ὕπερα


ὕπερα
ὕπερα, τά, eine Raupenart, die sogenannten Spannenmesser, geometra

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπέρα — ὑπέρᾱ , ὑπέρα upper rope fem nom/voc/acc dual ὑπέρᾱ , ὑπέρα upper rope fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπέρα — η / ὑπέρα, ΝΑ σχοινί τού οποίου το ένα άκρο είναι στερεωμένο στην κεραία ή στο ψηλότερο σημείο τού κέρατος τού τετράγωνου ιστίου τών ιστιοφόρων πλοίων αρχ. 1. στον πληθ. αἱ ὑπέραι τα σχοινιά που ήταν δεμένα στα άκρα τών επικρίων για να… …   Dictionary of Greek

  • ύπερα — τὰ, Α βλ. ὕπερον …   Dictionary of Greek

  • ὕπερα — ὕπερον neut nom/voc/acc pl ὕπερος pestle neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραθλήσει — ὑπερᾱθλήσει , ὑπέρ ἀθλέω having contended with aor subj act 3rd sg (epic) ὑπερᾱθλήσει , ὑπέρ ἀθλέω having contended with fut ind mid 2nd sg ὑπερᾱθλήσει , ὑπέρ ἀθλέω having contended with fut ind act 3rd sg ὑπερᾱθλήσει , ὑπέρ ἀθλέω having… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέρας — ὑπέρᾱς , ὑπέρα upper rope fem acc pl ὑπέρᾱς , ὑπέρα upper rope fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραθλήσομεν — ὑπερᾱθλήσομεν , ὑπέρ ἀθλέω having contended with aor subj act 1st pl (epic) ὑπερᾱθλήσομεν , ὑπέρ ἀθλέω having contended with fut ind act 1st pl ὑπερᾱθλήσομεν , ὑπέρ ἀθλέω having contended with futperf ind act 1st pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραῆ — ὑπερᾱῆ , ὑπεραής blowing hard neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὑπερᾱῆ , ὑπεραής blowing hard masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑπερᾱῆ , ὑπεραής blowing hard masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεράθλησον — ὑπερά̱θλησον , ὑπέρ ἀθλέω having contended with aor imperat act 2nd sg ὑπερά̱θλησον , ὑπέρ ἀθλέω having contended with futperf ind act masc voc sg (doric aeolic) ὑπερά̱θλησον , ὑπέρ ἀθλέω having contended with futperf ind act neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέραι — ὑπέρα upper rope fem nom/voc pl ὑπέρᾱͅ , ὑπέρα upper rope fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραθλεῖ — ὑπερᾱθλεῖ , ὑπέρ ἀθλέω having contended with pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ὑπερᾱθλεῖ , ὑπέρ ἀθλέω having contended with pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.